Εξάρθρημα Επιγονατίδας
Το εξάρθρημα επιγονατίδας αποτελεί μία συχνή ορθοπαιδική κάκωση του γόνατος, ιδιαίτερα σε νεαρούς ασθενείς και αθλητές. Χαρακτηρίζεται από την απώλεια της φυσιολογικής ανατομικής σχέσης της επιγονατίδας με την τροχιλία του μηριαίου οστού και στις περισσότερες περιπτώσεις συμβαίνει προς τα έξω, προκαλώντας έντονο πόνο και αίσθημα αστάθειας.
Το εξάρθρημα μπορεί να είναι οξύ (πρώτο επεισόδιο), υποτροπιάζον ή χρόνιο, ανάλογα με τη συχνότητα και τους προδιαθεσικούς παράγοντες.
Κλινική εικόνα και συμπτώματα
Κατά τον τραυματισμό, οι ασθενείς περιγράφουν συνήθως οξύ άλγος στο γόνατο, συνοδευόμενο από εμφανή παραμόρφωση λόγω πλάγιας μετατόπισης της επιγονατίδας. Συχνά εμφανίζεται οίδημα και ενδαρθρική αιμορραγία (αιμάρθρο), με αποτέλεσμα σημαντικό περιορισμό της κινητικότητας και αδυναμία φόρτισης του σκέλους.
Σε περιπτώσεις υποτροπών, κυρίαρχο σύμπτωμα είναι το αίσθημα αστάθειας ή ότι «φεύγει το γόνατο», ακόμη και σε απλές κινήσεις.
Παθοφυσιολογία και αίτια
Το εξάρθρημα επιγονατίδας μπορεί να προκληθεί είτε από άμεσο μηχανισμό, όπως πλήγμα στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος, είτε από έμμεσο μηχανισμό, συνήθως κατά τη στροφή του γόνατος με το πόδι σε φόρτιση.
Υπάρχουν συγκεκριμένοι ανατομικοί και λειτουργικοί παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης εξαρθρήματος. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η γενικευμένη χαλαρότητα συνδέσμων, η δυσπλασία της τροχιλίας του μηριαίου, η υψηλή θέση της επιγονατίδας (patella alta), η αυξημένη γωνία Q, καθώς και το ιστορικό προηγούμενου εξαρθρήματος.
Διάγνωση
Η διάγνωση βασίζεται αρχικά στην κλινική εξέταση, όπου διαπιστώνεται η παραμόρφωση, η ευαισθησία και το αιμάρθρο. Οι ακτινογραφίες γόνατος είναι απαραίτητες για τον αποκλεισμό καταγμάτων και την εκτίμηση της θέσης της επιγονατίδας.
Η μαγνητική τομογραφία γόνατος αποτελεί σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο, καθώς επιτρέπει την αξιολόγηση της ρήξης του έσω επιγονατιδομηριαίου συνδέσμου (MPFL), καθώς και πιθανών χόνδρινων ή οστεοχόνδρινων βλαβών.